Η διαπίστωση των Hugh Barker και Yuval Taylor από το βιβλίο "Faking It" (2007, Faber & Faber) νομίζω ότι γίνεται όλο και πιο έντονη καθώς κυλούν οι μήνες του 2011: τα πάντα μέσα στη χρονιά που κέρδισαν την προσοχή μου ως άξια να ξανακουστούν πέραν της μίας φοράς, πριν το σχετικό folder αρχειοθετηθεί ή περάσει άδοξα στον αποριμματοφάγο, είναι πλήρως αναφορικά. Πάντα η pop κουλτούρα και η αναφορικότητα ήταν άμεσα συνδεδεμένες ως αναπόσπαστο κομμάτι η μία της άλλης, αλλά νομίζω ότι στη δεύτερη δεκαετία των 00's η αναφορικότητα έχει υποκαταστήσει όχι μόνο το αίτημα της "αυθεντικότητας" και της φρεσκάδας αλλά και την ίδια την ουσία της pop: το στοίχημα δεν είναι να παίξεις με το "τώρα" αλλά με το πόσο έξυπνα θα κλείσεις το μάτι σε κάποιο συγκεκριμένο χτες.
Ό,τι μου άρεσε ιδιαίτερα μέσα στη χρονιά που ακόμα τρέχει και δεν έχει ξεδιπλωθεί πλήρως ως μουσική συγκομιδή μοιάζει με μία σκυταλοδρομία αναμνήσεων: ο Amos Lee μου γεννάει μία παράδοξη φαντασία –ότι ο Ry Cooder γέννησε ένα γιο και τον ονόμασε Jack Johnson-, η Polly Harvey μου φέρνει στο νου –μονότονα- έναν Nick Cave μετά από βαθιά λακανική ψυχανάλυση, οι Little Dragon μοιάζουν με Human League σε παραισθησιογόνα, ο Washed Out μοιάζει με αχόρταγο ξεχασμένο shοegazer στη Hacienda να χορεύει στο ρυθμό που μόνος του μουρμουράει ένα από τα πρώτα των Beloved, η St. Vincent κάνει την σπουδαγμένη γκουβερνάντα της Kate Bush, όχι παραμυθού όμως – πιο γειωμένη-, o Dirty Beaches μου θυμίζει Alan Vega σε μανία φαουστικής επιμονής και όλο το αγορίστικο fraternity από James Blake, Jamie Woon, SBTRKT και Weeknd παραπαίδια – Εωσφόρους, έκπτωτους από τις αυλές του Bristol. Και ο εκλεκτός αγαπημένος μου Jens Lekman σαν απόφοιτος του Paul Simon σε νοτιοαφρικανικό course.
Όλοι τούτοι κι άλλοι τόσοι που έχουν φέτος το hype με το μέρος τους (για τους περισσότερους από αυτούς, δεν καταλαβαίνω φυσικά, τους λόγους της έντονης επικαιρότητας – μία αλήθεια που συμβαίνει επίμονα κάθε χρόνο και τείνει να γίνει θεσμός) ακούγονται στα αυτιά μου πρώτα ως στιλίστες, άλλοι δεξιοτέχνες και άλλοι λαμόγια – αυτοί οι τελευταίοι που θα περιφρονηθούν στη λίστα μου παταγωδώς. Το στιλιστικό μέρος της μουσικής τους είναι αυτό που εγείρει τις αναμνήσεις και την αχλύ των αναφορών: η δημιουργικότητά τους σε αυτές καθ' αυτές τις μελωδίες και το ψυχικό τσαγανό τους εκ των πραγμάτων έρχεται δεύτερο στις προτεραιότητες, όχι επειδή έτσι αποφάσισα, αλλά επειδή απλά έτσι φαίνεται να διαμορφώνεται η νέα ιεραρχία κριτηρίων αξιολόγησης της νέας μουσικής.
Άρα λοιπόν το παιχνίδι έχει να κάνει σύμφωνα με την συλλογιστική του Simon Reynolds στο "Retromania" (σας το συστήνω ανεπιφύλακατα, αναφανδόν και ασυζητητί), όταν ακούμε ένα καινούργιο album που μας κινητοποιεί, το παιχνίδι όλο μετατοπίζεται στο ποιο οικοδόμημα της φαντασίας μας ερεθίζεται, σε ποια ισορροπία αναμνήσεων, σε ποια "φωλιά" αναφορών τείνει να διειδύσει το καινούργιο άκουσμα. Θα μπορούσα με αυτή τη λογική να στήσω μία λίστα από το παρελθόν για την blogovision στο τέλος της χρονιάς με ένα countdown από albums που μου έρχονται στο νου όταν ακούω τα φετινά.
Δεν θα το κάνω όμως, θα προτιμήσω για μία ακόμα φορά, ένα top 20 του 2011 με κρυμμένες ή όχι αναφορές, με vintage ή με future κάλλυμα. Επειδή όμως και εγώ, όπως και ο Reynolds, πιστεύουμε ότι η pop πλέον κοιτάζει στο παρελθόν αντί για το μέλλον, ορίστε πέντε τραγούδια -όχι από τα ευκολότερα να ακούσεις παντού, από το χτες- πέντε κομμάτια που αποτελούν με τον ένα ή άλλο τρόπο, αναφορές σημερινών, φρέσκων (sic!) ακουσμάτων. Βρίσκω ότι ακούγονται ως state of the art στολίδια για τον χρυσοθήρα που δεν το βάζει κάτω...
"Οι καλλιτέχνες που αναζητούν την αυθεντικότητα τείνουν να κοιτάζουν πίσω σε μία μυθολογική χρυσή εποχή αθωότητας, τότε που η μουσική ήταν λιγότερο συνειδητή και φτιαχνόταν με ένα απλούστερο, αγνότερο τρόπο. Αυτή η νοοτροπία συχνά καμουφλάρει τα αισθήματα ανεπάρκειας και αγωνίας που έχουν: γνωρίζουν βαθιά το χάσμα ανάμεσα στο ποιοι νιώθουν ότι είναι και πώς τους εκλαμβάνουν οι άλλοι."
Η αλήθεια είναι ότι βασανίστηκα φέτος να βγάλω δέκα ελληνικούς δίσκους που μου άρεσαν. Πριν αρχίσω τη λίστα σκεφτόμουν αν όντως υπάρχουν 10 δίσκοι. Τελικά υπήρχαν έντεκα.
Δε με χαλάει καθόλου το καινούργιο album των Coldplay – αρκεί να το αντιμετωπίζω, κάθε φορά που το ακούω, μέσα από το κατάλληλο πρίσμα: πρόκειται για το νέο album –επιστροφής- των early 70's bubble gum-ers Bay City Rollers. Ας κάνουμε εξαρχής αυτή την παραδοχή γιατί αλλιώς θα γίνουμε πολύ κακοί.
Υπάρχει ένας απίστευτος αχός στο δεύτερο album της Florence Leontine Mary Welch: η διάρκειά του είναι μαμμούθ, η ενορχήστρωσή του ακούγεται σαν συντονισμένο ναπολεόντειο στρατηγικό πλάνο (συγκεκριμένα του 1796 για την εκθρόνιση του Πάπα), η παραγωγή του Paul Epworth είναι σαν αφοσιωμένη εκστρατεία υπέρ των διονυσιακών ιεροτελεστιών του δάσους, τα Abbey Roads απηχούν στα –ψηφιακά αυλάκια του δίσκου- τις δονήσεις της μπητλικής ιστορίας (και συγκεκριμένα του "Let It Be"), τα τραγούδια ξεδιπλώνονται σαν ρομφαίες πάνω από το κεφάλι της σύγχρονης pop –μεγαλόστομα, εμβατηριακά, ακάθεκτα και αδιαπραγμάτευτα, ανηφορικά.
αυτό που έχουν καταφέρει σε ένα χρόνο είναι το όνειρο κάθε σχήματος που ξεκινάει να φτιάχει μουσική: αναφορές σε όλα αυτά τα ηλεκτρονικά μέσα που ορίζουν τι είναι χιπ σήμερα, έναν ύμνο στην γκάρντιαν [που έπιασε και τις περισσότερες επιρροές του rpr χωρίς να ξέρει τίποτα γι' αυτόν].
